|
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ' το πενήντα έχει να φανεί
|
|
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ' το πενήντα έχει να φανεί
|
Πήρα μία νότα απ' το βυθό
άλλη μια δανείστηκα απ' τον ήλιο
το ακροθαλάσσι για ρυθμό
κάτι αρμονικό για να σου στείλω
Σκέφτηκα μια θάλασσα πλατιά
όπως άκουγα τον Χατζηδάκι
βρήκα το κλειδί πάνω στο "φα"
κι έκλεψα για σένα το βραδάκι
Πήρα τη ματιά σου απ' το χθες
ένα χάδι ανασαιμιά στον ώμο
κι έγιναν ποτάμια οι βροχές
έγιναν τραγούδια για το δρόμο
Πες την σερενάτα ξακουστή
πες την άγνωστη μικρή μπαλάντα
μόνο ένα δάκρυ θ' ακουστεί
κι ένα καρδιοχτύπι από πάντα.
... Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να 'σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν - το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ' αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
-Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ' είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν' ακούσεις τον απόηχο του δάσους
- χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό - χορτάρι κι ανεμώνες; -
Ποιος θα το φέρει η θάλασσα
ποιος θα το πάρει η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να 'ναι φρουρός στον ύπνο μας ν' αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.
Αρης Αλεξάνδρου (απόσπασμα)
Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)

Καλή εδομάδα σ όλους ! ![]()
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα πουλί.
Στολισμένο με δυο τέλειες φτερούγες και λαμπερό,
χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. Ήταν δηλαδή
ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο
και να αιωρείται στον ουρανό,
δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.
![]()
Μια μέρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε.
Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμα του με το στόμα ανοιχτό
από τη σαστιμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει
και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση.
Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν
μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία.
Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί.
Αλλά τότε σκέφτηκε: Μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινά βουνά!
Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο.
Φόβο μην το ξανανιώσει πια αυτό με άλλο πουλί.
Και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα
του πουλιού να πετάει.
Και αισθάνθηκε μοναξιά.
Και σκέφτηκε: Θα στήσω παγίδα.
Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει.
Το πουλί που ήταν και αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα,
έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί.
Κάθε μέρα η γυναίκα κοιτούσε το πουλί.
Ήταν το αντικείμενο του πάθους της
και το έδειχνε στις φίλες της, που σχολίαζαν:
«Μα εσύ τα έχεις όλα».
Όμως άρχισε να γίνεται μια παράξενη μεταμόρφωση:
αφού είχε το δικό της πουλί και
δε χρειαζόταν πια να το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της.
Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και
να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει,
να χάνει την λάμψη του, να ασχημαίνει- και η γυναίκα
δε του έδινε πλέον την προσοχή της,
μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία μέρα, το πουλί πέθανε.
Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια.
Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα
που το είδε πρώτη φορά, να πετάει
ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα.
Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι αυτό
που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του,
η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα...
ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ-PAULO COELHO (απόσπασμα)

Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που 'χει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ
Τι να τις κάνω τις τιμές τους
τα λόγια τα θεατρικά
μες στην οθόνη του μυαλού μου
χάρτινα είδωλα νεκρά
Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς
Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη
βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό
κι ίσως η ασχήμια του να φύγει
μόλις πλυθώ και ξυριστώ
Βρωμάει η ανάσα απ' τα τσιγάρα
βαραίνει ο νους μου απ' τα πολλά
στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα
σε φέρνει ακόμα πιο κοντά
Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς
Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα
η ανάγκη μου δε σταματά
σαν το πουλί πάνω στο σύρμα
σαν τον αλήτη που γυρνά
Θέλω να 'ρθείς και να μ' ανάψεις
το παραμύθι να μου πεις
σαν μάνα γη να μ' αγκαλιάσεις
σαν άσπρο φως να ξαναρθείς.
Όταν στο Θεό μιλώ
και του λέω για σένα
χίλια τον παρακαλώ
μα ζητάω ένα.
Στον αέρα να πετώ
στη φωτιά να περπατώ
όπου κι αν με χρειαστείς
να`μαι εκεί πριν το σκεφτείς.
Όταν λέω στο Θεό
τόσα κι άλλα τόσα
ξέρει αυτός τι εννοώ
στου ουρανού τη γλώσσα.
Ομονοούν και παν' ψηλά τον ανήφορο
σμάρι πουλιά
άλλα για μια εκδίκηση ελευθερίας κι άλλα
για ένα πείσμα εναντίον τ' ουρανού.
Και μετά εσύ
που κομίζεις λάμψεις ερώτων
μούσα πολύτροπη
αγγίζεις με νότες τα γαλανά νερά
παρθένα κόρη
του νυχτερινού ουρανού.
Τα φεγγάρια σου αγαπούν να κάνουν τις νύχτες μυστήριες.
σε ξέρω και δεν σε ξέρω, είσαι η άγνωστη
που θα την πουν οι στίχοι
της νύχτας που έρχεται..
Έχω φυλακίσει τον άνεμο, το τραγούδι
του πουλιού στο μυαλό μου και τ' αφήνω απόψε
να χαϊδεύει τα ξέπλεκα μαλλιά σου.
Αντιφεγγάν μέσα στα κρύσταλλα οι νότες
του απόμακρου άστρου
αφήνοντας την νοσταλγία αυτή που με παιδεύει
μετέωρη και βασανιστική
τις ώρες που έρχονται.
Σαν απλωμένο παράπονο της γλαύκας που τρυπάει
το σκληρό γύρω σκοτάδι-
οι μουσικές μονότονες των γρύλων
ροκανίζουν ένα απλωμένο στερέωμα
Μαύρου ερειπιώνα που λες βρίθει από πεφταστέρια που θαρρείς
και γίνονται ευχές πιο πυροδοτημένες-
καθώς πατάει πόδι λίγο λίγο και έρχεται
το αινιγματικό πρωί...
Στρατής Παρέλης
Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά- κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το " τι " και το "ε "
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.
Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει ! ομορφιά σου.
Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους,
ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών
με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ τους ασημένιους
στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα,
σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις.
Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω
απ τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ,
τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας
τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μία τρικυμία φυσημένη
απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις.
Τόσο υλική,τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα
κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο
βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν.
Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει,
διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μια έγκυος αρκούδα- κουβέρτα!
Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα
ερωτευόμαστε απέραντα,
πέρα απ το χρόνο κι απ το θάνατο πέρα,
σε μια μοναχική παγκόσμια ένωση.
Τι ομορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Αθήνα 18.11.80
Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ;
την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη..
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό..
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ;
βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λέυκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
ΘΥΜΑΣΑΙ;
όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
ΘΥΜΑΣΑΙ;
θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου
μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;
Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες...
κι έτρεξα και σε βρήκα
Σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε
την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ'ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;
Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τον ήλιο, τις αυπνίες, την παλίρροια, το σκούρο μπλε
τα θυμασαι όλα;
Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πώς τις ανεμίζαμε;
Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
ΘΥΜΑΣΑΙ;
Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ' ανταμώναμε ξανά;
Και σου 'γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.
Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος...
Μπορεί... αλλά σε περιμένω...
ΕΛΑ

Ευχές για Καλό μήνα σε όλους! ![]()
Το παραπάνω το βρήκα στο διαδυκτιο
αλλά δεν γνωρίζω τίνος πνευματική ιδιοκτησία είναι.
Αν κάποιος φίλος/η γνωρίζει, παρακαλώ
να μου το κάνει γνωστό
Ευχαριστώ την kal_tsoula, που μου έδωσε το όνομα
χρήστος μπουλώτης
Μαύρη ζωή με τσάκισες σε βρήκα σα λιμάνι
κι όμως η τόση αγάπη μου μόνο κακό σου κάνει
Συγνώμη που σ' αγάπησα πολύ
δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο
συγνώμη που σ' αγάπησα πολύ
μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω
συγνώμη που σ' αγάπησα πολύ
Σαν το νερό στην έρημο πάντα θα σε ζητώ
ένα φιλί μου χάρισες γι αυτό σ' ευχαριστώ
Συγνώμη που σ' αγάπησα πολύ...

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις
θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές
θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις
θέλω τη βοήθεια σου κι όχι να αποφασίζεις για μένα
θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις
θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλεις τον εαυτό σου σε μένα
θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ
θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις
θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι
θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα
θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλεις
θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν
να τις υποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις
θέλω να ξέρεις πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου χωρίς όρους.
Χορχε Μπουκαι
Όμορφη Κυριακή για όλους! ![]()
Κάποτε καθόταν στη σοφίτα και τραγουδούσε στην κουνιστή καρέκλα ένα τραγούδι που είχε ερμηνεύσει
μια ηθοποιός του κινηματογράφου που πέθανε από ναρκωτικά, διότι δεν άντεξε η ψυχή της την αντάρα του κόσμου.
Άλλοτε στεκόταν στον καθρέφτη μπροστά με σοβαρότητα περίσσια.
Έκανε μια βαθιά υπόκλιση με το χέρι αριστερά στην καρδιά όπως είχε δει κάποιους θεατρίνους να κάνουν,
άνοιγε το βιβλίο που κρατούσε κι άρχιζε να απαγγέλλει.
Ήταν τα βιβλία που είχε γράψει η ίδια θεατρίνα κάμποσα χρόνια πριν πεθάνει.
Έγραφε τσεκουράτες κουβέντες. Ήταν ποιήματα χωρίς ομοιοκαταληξία.
Τι δουλειά είχε αυτή με την ομοιοκαταληξία; Καμία σχέση δεν ήθελε να έχει με, κανενός είδους τάξη κι έτσι όλο κόντρα στο ρεύμα πήγαινε.
Γι αυτό στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και η απαγγελία γινόταν με προσοχή μεγάλη σαν ιεροτελεστία.
Μη φύγει μια συλλαβή, μην τονίσει κάποια λέξη λάθος. Ένιωθε πως τον παρακολουθούσε
από το ανοιχτό παράθυρο μέσα από τη θολούρα του ουρανού που άφηνε μόνο λιγοστά αστέρια να φαίνονται.
Τα δυο απ' αυτά ήταν τα μάτια της και το ένιωθε, γι αυτό το λάθος στην απαγγελία ήθελε να αποφύγει.
Σαν ξεχνούσε το φόβο που χωρίς να υπάρχει είχε εμπνευστεί μόνο και μόνο από το δέος που ένιωθε γι αυτή, έμπαινε στο νόημα του ποιήματος.
Τότε ξέφευγε κι απ' τη σοφίτα κι από την πραγματικότητα κι έμπαινε σ' ένα ρόλο που έφευγε μακριά.
Ταυτιζόταν με τη μαχητικότητα της και γινόταν αγωνίστρια ενάντια στο σκοτάδι του κόσμου.
Αίφνης ξεχώριζε τους καλούς από τους κακούς, αυτούς που έκρυβαν δόλο, τους πολιτικούς, τους απολιτικούς, τους ευγενείς εκ φύσεως και τους γλείφτες εκ θέσεως. Άνοιγε τα φτερά του για ψηλά κι έκανε φίλους τα πουλιά, προσγειωνόταν σε στέγες σπιτιών ή στις κορυφές των δέντρων του περιβολιού με τα ξωτικά.
Τις νύχτες φοβόταν τα ξωτικά, που δεν ήταν άλλα από τις σκιές των κλαδιών στο φεγγαρόφωτο, το θρόισμα των φύλλων, τα σφυρίγματα από τα νυχτοπούλια.
Φοβόταν όμως και το τραγούδι έπιανε για να έχει παρέα σαν τότε που δούλευε μέσα στο κρύο πολύ πρωί κι άνθρωπο δε συναντούσε.

Για να νικήσει το κρύο έκοβε ένα άγουρο μανταρίνι με φυλλαράκια.
Στόλιζε τα φυλλαράκια στο τιμόνι για συντροφιά και δάγκωνε το πικρό μανταρίνι για να ξεχάσει το κρύο. Πώς τα κατάφερνε άγνωστο παρέμεινε και για τον ίδιο.
Πολύ αργότερα κατάλαβε πως ήταν μάχη και αντίσταση αυτή η πράξη.
Προσπαθούσε να κρατηθεί για να μπορέσει να γυρίσει από την δουλειά και να στρωθεί στο διάβασμα των ποιημάτων.
Μια μέρα έγραψε σ' ένα ταλαιπωρημένο χαρτί ένα αφιέρωμα στην θεατρίνα- ποιήτρια και το έδωσε σ' έναν φίλο που δούλευε σε εφημερίδα.
Δεν ήξερε για ποιο λόγο ακριβώς το έγραψε κι ακόμα πιότερο γιατί το έδωσε ...
Αργότερα έμαθε πως το αφιέρωμα δημοσιεύθηκε, διότι άρεσε στον αρχισυντάκτη, ούτε που θυμάται αν ήταν άντρας ή γυναίκα.
Λίγο τον ενδιέφερε, τι δουλειά είχε μ' αυτά; Πάντα του την έδινε σε όλες τις δουλειές το καθιερωμένο, αλλά αβάσιμο ότι οι δήθεν αρχαιότεροι είχαν πείρα κι ας ήταν συχνά φελλοί σε σχέση με τους νεότερους που είχαν ταλέντο ...

Εκείνη τη νύχτα που κρατούσε πάλι για συντροφιά ένα μανταρίνι και γύριζε στο περιβόλι με τα λευκά αγάλματα, ένα θόρυβο νέο άκουσε και τρόμαξε όσο ποτέ πριν. Ασυναίσθητα έφερε το μανταρίνι στο στόμα κι ένιωσε την πικρή του γεύση να τον κυριεύει. Όμως κανένα ξωτικό δεν ήταν γύρω.
Αντίθετα στα πόδια ενός αγάλματος είδε μια νέα κοπέλα να παίζει ένα χαρτί.
Την πλησίασε κι όταν αυτή του άπλωσε το χέρι με το χαρτί που καραβάκι το είχε κάνει, η καρδιά του πήγε να σπάσει.
«Αυτό που έγραψες για την Κατερίνα με συγκλόνισε, μα έλα κάθισε κοντά μου και δώσε μου λίγο μανταρίνι» του είπε.
«Μα, είναι πικρό ...» ψέλλισε.
«Δεν πειράζει, θα το μοιραστούμε έχει και κάτι μικρά γλυκά κομμάτια, θα δεις..»
Σε λίγο ξημέρωνε και τότε θα ήξερε αν ήταν όνειρο, όραμα, φαντασία ή πραγματικότητα όλα τούτα.
Ήταν και όνειρο και όραμα και φαντασία και πόνος αβάσταχτος και χαρά ανείπωτη, σκοτάδι και φως μαζί, ζωή και θάνατος, άνθος και ώριμο φρούτο.
Ουρανός και θάλασσα, ελπίδα και φως
ανατολής, συνοδευμένη από ουράνιες ευλογημένες μελωδίες.
Σ.Μ.

Σας φιλώ όλους με αγάπη, σας ευχαριστώ για όλα...
Καλό βράδυ
Καλή εβδομάδα!

Αν θες φωτιά πρέπει στο χιόνι να ζεις
αν θες δροσιά πρέπει την έρημο να χεις
αν θες νερό άσε τη δίψα πρώτα να σε κυβερνά
κι αν θες ανάσα ζήσε πρώτα στη σιωπή
Μα αν θέλεις την αγάπη
φτιάξε καινούριο χάρτη
Γερά τα ίχνη σου άσε να ρθει να σε βρει
όπως και γω εσένα
που μέσα στα καμένα
δικά σου λόγια είχα κρυμμένα
και τα κανα τραγούδι
πιο κόκκινο κι απ το αίμα
κι ήρθε η φωτιά
ήρθε η αγάπη σε μένα
τότε θα δεις, τότε θα τη δεις δεν είναι ψέμα
όπου και να σαι η αγάπη θα σε βρει

Η Κρυμμένη αγάπη είναι ένα τραγούδι
τρυφερό και ευαίσθητο, για την αγάπη
που μας περιμένεικάπου κρυμμένη,
ακόμα και ανάμεσα στα καμμένα.
Όταν θέλουμε να νιώσουμε την αγάπη πρέπει
να φτιάξουμε το δικό μας χάρτη από την αρχή,
να αφεθούμε στην δύναμη της και την φωτιά
που θα έρθει να μας κάψει.
Μη φεύγεις με την παγωνιά είναι βαρύ το χιόνι
ρίξε δυο ξύλα στη φωτιά
και μείνε λίγο ακόμη...
Άκου δυο λόγια μου στερνά,
θέλω να τα θυμάσαι...
Έτσι δεν φτάνεις πουθενά
κι όλο μονάχη θα ΄σαι...

Μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
Οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει χρώμα,
είναι ορατός στα μάτια σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου...
ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα, απόσπασμα
Μια γλυκιά συνομωσία η καρδιά κι η φύση μου
Στήσανε για να σε κλείσουν στα ψηλά τα τείχη μου
Σκύβεις, λύνεις τα κορδόνια μ' ανοιχτό πουκάμισο
Και η αύρα σου με στέλνει μέχρι τον παράδεισο
Τυχερό κι άτυχο πλάσμα στη ζωή την άχαρη
Αχ, του φύλου μας το χάσμα το 'στρωσα με ζάχαρη
Όταν σε γεννάω πεθαίνω κι όταν σ' ερωτεύομαι
Απ' τη φλόγα που μας καίει πάλι ανασταίνομαι
Τρέμω στον κρυφό σου πόθο η φτωχή καμιά φορά
Μα για τη ντροπή που νιώθω μ' αγαπάς παράφορα
Τυχερό κι άτυχο πλάσμα στη ζωή την άχαρη
Αχ, του φύλου μας το χάσμα το 'στρωσα με ζάχαρη
Δεν είμαι ο τύπος ο γνωστός
επιφανής και κοσμικός
ούτε σε κόμμα αρχηγός
να βγαίνω στις ειδήσεις
Δεν είμαι ο τύπος ο γνωστός
ούτε της δόξας κυνηγός
σε σήριαλ ηθοποιός
να με χειροκροτήσεις.
Εγώ ειμ' εδώ και τα 'χω βρει
με τη δική μου φάτσα
κι' ας είμαι αδέσποτο σκυλί
και μπερδεμένη ράτσα.
Κράτα εσύ το όνομα κρατάω εγώ τη χάρη
κράτα εσύ όλη τη γη κρατάω το φεγγάρι.
Δεν είμαι μόδα εποχής
με ένδυμα περιωπής
για δυο φεγγάρια εραστής
να με ακολουθήσεις.
Δεν είμαι ο τύπος ο σωστός
ο έρωτας σου ο χθεσινός
και ευεργέτης εθνικός
άγαλμα να μου στήσεις.
Εγώ ειμ' εδώ και τα 'χω βρει
με τη δική μου φάτσα
κι' ας είμαι αδέσποτο σκυλί
και μπερδεμένη ράτσα.
Κράτα εσύ το όνομα κρατάω εγώ τη χάρη
κράτα εσύ όλη τη γη κρατάω το φεγγάρι.
![]()
Όμορφα μυρίζει το λουλούδι σου.
Σαν τον κουρσάρο
Κούρσεψε την άνοιξη
Κι άγγιξε του φεγγαριού το χνούδι
Απλώνοντας την ανάμνηση του κατακλυσμού
Πάνω σου
Και του χρόνου το φόνο
πάνω μου
Τον τρελό αναβάτη ηδονικής παλίρροιας
Που εκβάλλω στο επιχρισμένο κοίλωμα
Άφθαρτης γυναικείας όχθης.
Από το φιλί της νύχτας
Πέφτει η πρωινή δροσιά στα δέντρα..
Χρόνια πολλά και καλά
αγαπημένε Θάνο
Αξίζεις τα καλύτερα αγαπημένε φίλε
ευαίσθητε άνθρωπε
καλέ γείτονα ..
Με συμπάθεια εκτίμηση και αγάπη!!
Απελευθερώνω κάθε φόβο.
Απελευθερώνω κάθε άγχος
Απελευθερώνω κάθε πόνο.
Απελευθερώνω κάθε αμφιβολία
Απελευθερώνω κάθε θλιψη
Απελευθερώνω κάθε ένταση.
Απελευθερώνω την αντίστασή μου στην μου στην αλλαγή
Απελευθερώνω κάθε θυμό.
Απελευθερώνω κάθε ενοχή.
Απελευθερώνω κάθε πληγή.
Απελευθερώνω το παρελθον
Απελευθερώνω το μέλλον!
αναδημοσίευση ΑΕΡΙΚΟ
Καλή εβδομάδα σε όλους! ![]()

Κι όταν μου φύγεις πώς θ αντέξω
να ξαναπάω να ξαναπαίξω
παιχνίδια ασπρόμαυρα
χωρίς εσένα πώς θα ζήσω
τώρα που μ άνοιξες το γκρίζο
να δω τα χρώματα;
Δεν είναι ο κόσμος πουθενά
πιο τρυφερός απ το δικό σου ροζ
πιο απαγορευμένος
κι από το μοβ σου πιο θλιμμένος
Κι εγώ βαθιά μες το φιλί σου
στο λαμπερό πορτοκαλί σου
είδα το κάψιμο
ό,τι ξεχνάς δε σε ξεχνάει
σκιά σκουριάς και προχωράει
πάνω στο πράσινο
Κοιμήσου κι αύριο θυμήσου
πόσο μακριά στο θαλασσί σου
εγώ ταξίδεψα
Εγώ τον αναστεναγμό σου
μέσα στο χρυσοκόκκινό σου
ηλιοβασίλεψα
Δεν είναι ο κόσμος πουθενά
πιο τρυφερός απ το δικό σου ροζ
πιο απαγορευμένος
κι από το μοβ σου πιο θλιμμένος
Όμορφη Κυριακή με χαμόγελα ψυχής σε όλους ! ![]()
Μάτια μου όμορφα μη ρίχνετε ψιχάλες
είναι μικρή η ζωή και οι χαρές δεν είναι πολλές
πήρε ο χρόνος μαύρη κλωστή κεντάει
αυτόν τον δύσκολο τον κόσμο με μαύρες στιγμές
Λίγα τα όμορφα λίγα τα μαγεμένα
τις πίκρες ξέχασε ψάξε βρες τα και δες
πως πάνω απ' όλα μονάχα μετράει
να μου χαμογελάς καθώς περνάει το χθες
Στα όμορφα μάτια σου το γκρίζο μην το βάζεις
δεν σου ταιριάζει σου λέω δεν είναι καλό
το φως σου αγάπη μου μην θες να το σκιάζεις
με παραμύθια που 'χουν τέλος κακό
Κοίτα ματάκια μου τον ήλιο που ξυπνάει
κι ανάσα δίνει στου κόσμου αυτού τα νεκρά
σε τούτη την ζωή που μας κακογερνάει
σκούπισε τα μάτια σου και κοίτα ψηλά
Μάτια λουσμένα με του ουρανού το χρώμα
τα γκρίζα σύννεφα διώξτα μακριά
διώξε μαζί κι όλα τα πικραμένα
που σου ματώνουν τόσο καιρό την καρδιά
Μάτια μου όμορφα μάτια μου μαγεμένα
που από τα βλέφαρα σου κρέμομαι σαν φύλλο ξερό
μην μου δακρύζεις γιατί μπορεί να πέσω
και να με σύρει ο άνεμος στης μοναξιάς το κενό
Kαλό Σαββατοκύριακο σε όλους!
Μέρες που γλιστρούν μέσα απ' τα χέρια σου
Πάνε μέρες που έχασα το γέλιο σου
Φτιάχνεις μέσα σου όνειρα μα είναι μικρά
Πόσο θέλω απόψε να σε δω όπως παλιά
να γελάς...
Να σε δω να γελάς,
να σε δω να μου γελάς
Μια στιγμή κι αν χαθεί
τότε ο χρόνος θα πει το γιατί
Σκέψεις που προδίδουνε τα λόγια σου
σύννεφα μου κρύβουνε το γέλιο σου
Φτιάχνεις τόσα κάστρα μα κι αυτά μικρά
Πόσο θέλω απόψε να σε δω όπως παλιά
να γελάς...
Είναι μεσάνυχτα και βρέχει πού θα πας;
Ζόρικος κόσμος μα αντέχει, εσύ γλιστράς
στης κάτω νύχτας τη γυαλάδα με ορμή
πόσο νομίζεις πως αντέχει ένα κορμί.
Δε με είδες, δε με ξέρεις, έτσι πέρασα, να ξέρεις
ήμουν όνειρο, ήμουν ψέμα, γρατζουνιά με λίγο αίμα
Τη φυγή σου να γιατρέψω, τα κομμάτια να μαζέψω
ήταν η δική μου τρέλα, σου είπα ασ' τα όλα κι έλα.
Να μου παίρνεις, να μου δίνεις κι άμα θες να με συγκρίνεις
μέσα στις πολλές συμπτώσεις το φτερό μου να το νιώσεις
το πιο 'κει, το παραπέρα άλλη ώρα, άλλη μέρα
ήταν τότε, σου είπα στάσου, όμως τώρα γεια χαρά σου.
Αμάν και πότε, μόνο τότε όταν θα
είμαι σαφής, δε θέλω πια πολλά πολλά
Πότε και πού με ποιον γιατί στο πουθενά
μόνο περίπου έχει εδώ, θα φύγω πια.
Θα γυρίσω μόνο όταν το αμάν θα γίνει αμήν
να 'χεις πάψει να περιφρονείς τα όχι και τα μην
να 'χεις δει τη συμφορά, ότι πάντα θα `ναι αργά
και πώς δίνουν με τη γλώσσα όσα δε χωρά η καρδιά.
Θα γυρίσω μετά από σεισμούς και μοναξιές
και θα μείνω μόνο αν συντονιστούνε οι σιωπές
Θα μπορούσα να 'μαι πιο σαφής, πιο ειλικρινής
να σε κάνω να χαρείς και χωρίς να κουραστείς
μα τα λόγια είναι άλογα, πιο γρήγορα απ' το νου
που τ' αφήνουμε εδώ και τα βρίσκουμε αλλού
Γι' αυτό σε περιμένω μες στο όταν και το αν
να 'ρθεις να με κοιτάξεις να μην ξαναπώ αμάν.
Το πρωί
με ξύπνησε ένας άγγελος
Δεν τον καλοείδα
μεσ τη χαραυγή
που έσβηνε το σκοτάδι
Μόνο ένα μισοειπωμένο σ' αγαπώ
άκουσα
Κι ο άγγελος ο δικός μου ζήλεψε
Ενώ οι άλλοι
ζυγιασμένοι στα σύγνεφα
Κάτι αγαπημένο έψαλλαν
του ουρανού
Παν. Ράμης

Θες να΄μαι καλά να μην πονάω
θες να ΄σαι μακριά και να μοιράζεις στιγμές
που ΄χα κρατήσει για να σ΄έχω
θες να μη σου λέω πως σ΄αγαπάω
Να ζώ και να ξεχνάω το άρωμά σου
θες να μην υπάρχω στα όνειρά σου ποτέ
να μην ακούω της καρδιάς μου τη φωνή
να της κρατήσω μια γωνίτσα να κρυφτεί
να μην λυπάμαι που σε χάνω ξαφνικά
να μην φοβάμαι που η ανάγκη μας νικά
να μην αγγίξω την αλήθεια σου ξανά
να μην πονέσω με το τέλος με το τέλος που πονά
Θες να γίνω άλλος να μην είμαι πια εγώ
μέσα στο κόσμο αυτό που έφτιαξες να ζω
να΄μαι καθρέφτης της δικής σου λογικής
που θα σε βλέπει και θα λέει ότι πεις
να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ΄άφηνε μισό
να΄μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες ότι κακό να το περνάω
θες να προσποιούμαι πως γελάω
χωρίς να ΄σαι κοντά μου να υπάρχω
θες δικαιολογίες πάντα να΄χω
θες να μην λυπάμαι που σε χάνω ξαφνικά
να μην φοβάμαι που η ανάγκη μας νικά
να μην αγγίξω την αλήθεια σου ξανά
να μην πονέσω με το τέλος με το τέλος που πονά
Θες να γίνω άλλος να μην είμαι πια εγώ
μέσα στο κόσμο αυτό που έφτιαξες να ζω
να΄μαι καθρέφτης της δικής σου λογικής
που θα σε βλέπει και θα λέει ότι πεις
να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ΄άφηνε μισό
να΄μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες να ψάξω αλλού το άλλο μου μισό
αυτό που πάντα μ΄άφηνε μισό
να΄μαι καθρέφτης σε όλα αυτά που εσύ θα θες
μα αν το μπορώ ποτέ δεν ρώτησες
Θες να΄μαι καλά να μην πονάω
θες να ΄σαι μακριά και να μοιράζεις στιγμές
που ΄χα κρατήσει για να σ΄έχω
θες να μη σου λέω πως σ΄αγαπάω θες